Skip to main content

ΠΟΣΟ ΒΡΩΜΙΚΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ; Κ ΠΟΣΟ ΕΞΕΠΛΑΓΗΣΑΝ ΟΤΑΝ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΎΠΟΛΗ ΤΟ 1204 Κ ΕΙΔΑΝ ΠΑΝΤΟΥ ΚΡΗΝΕΣ Κ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΟΥΤΡΑ; ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΕΡΓΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΜΕΝ Κ ΣΤΟΥΣ ΔΕ...



Δητε αυτό το άρθρο από το περιοδικό "LIFO" που αναδεικνύει την απίστευτη βρώμα κ αποφορα των Μεσαιωνικών Ευρωπαϊκών πόλεων κ κατοίκων...

...όταν οι γυναίκες -που πλενοντουσαν μόνο δις του έτους φορούσαν μακριά κρινολινα κ βαριά αρώματα για να καλύπτουν την αποφορα κ δυσωδία που προέρχονταν από τις "κάτω χώρες,"....

Και φανταστητε πόσο θα εξεπλάγησαν οι βρωμιάρηδες κ απλυτοι  Σταυροφόροι που κατελαβαν την Πόλη στην Πρώτη-και.κυρια...-  Άλωση το 1204...

..και είδαν παντού κρήνες,  στέρνες κ δημόσια λουτρά...

Ας σημειωθεί ότι ακόμη κ σήμερα στην Βρεταννία ,αυτή η αντίληψη της βρώμας κ δυσωδίας του σώματος -συχνα χωρίς αποδημητικό...-ονομαζεται,σχεδόν με περηφάνεια, "φυσική οσμή"-"physical odour"!!!!!...κ σου βγάζουν γλώσσα αν τους προτείνεις κ κανένα Ρεξονα...

..ενώ στα μισά Λονδρέζικα διαμερίσματα,σε σπίτια 200 ετών στα μπάνια δεν έχουν "μπαταρίες" νερού με ανάμιξη κρύου κ ζεστού νερού...για να κάνουν χλιαρό νερό..

...οπότε οι πλενομενοι αναγκάζονται να ξεβράζονται μέσα στο ίδιο βρωμονερο με το οποίο πλύθηκαν! 

Δητε το ανατριχιαστικό άρθρο ...

..και κάνετε σύγκριση με τις στη συνέχεια πληροφορίες για την υγιεινή στο Βυζάντιο...


Απλυσιά και μπόχα: Η καλοκαιρινή ζωή σε μια μεγαλούπολη του Μεσαίωνα

Πόσο βρόμικοι ήταν οι άνθρωποι τον Μεσαίωνα;

Απλυσιά και μπόχα: Η καλοκαιρινή ζωή σε μια μεγαλούπολη του Μεσαίωνα

Πόσο βρόμικοι ήταν οι άνθρωποι τον Μεσαίωνα;

Τι σημαίνει (πραγματικά) «βρόμικη πόλη»;
Η ιστορικός και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Stavanger, Dolly Jørgensen, αναφέρει ότι σε μια μεσαιωνική πόλη με πληθυσμό 10 χιλιάδων κατοίκων, παράγονταν γύρω στις 900 χιλιάδες λίτρα ανθρώπινων κοπράνων και σχεδόν τρία εκατομμύρια λίτρα ούρων ετησίως -που τα άδειαζαν στο δρόμο ή στα ποτάμια. Αν σε αυτά προσθέσεις τις τεράστιες ποσότητες κοπριάς από τα ζώα που διατηρούσαν στις πόλεις, από χοίρους, αγελάδες και πουλερικά, ακόμα και άλογα, μπορείς να φανταστείς το μέγεθος της μπόχας. Ή, μάλλον, δεν μπορείς. Pieter Bruegel the Elder, The Dutch Proverbs, 1559

Κυκλοφορώντας στην πόλη σε συνθήκες καύσωνα, εκτός απ’ τις ανυπόφορες θερμοκρασίες και το λιοπύρι έχεις να αντιμετωπίσεις και τις συνέπειες, τη βρόμα και τη δυσωδία που λόγω της ζέστης εντείνονται και απλώνονται παντού, σε πεζοδρόμια, πλατείες (μια βόλτα από την πλατεία Κλαυθμώνος ή κάτω από τις νεραντζιές που βρίσκονται στο πλάι της παλιάς Βουλής είναι αρκετή για να πάρεις μια γεύση), σε στενά και σκαλάκια, έξω από δημόσια κτίρια, έξω από σταθμούς του ηλεκτρικού και του μετρό, όπου σταθείς και όπου βρεθείς στο κέντρο της πόλης. Σχολιάζοντας στο Messenger την μπόχα της Ιπποκράτους στο κομμάτι μεταξύ Πανεπιστημίου και Ακαδημίας ο μεγάλος «ρουφιάνος» του Facebook (ο αλγόριθμος) μού έβγαλε ένα σωρό ποστ για τις συνθήκες διαβίωσης και την μπόχα στις ευρωπαϊκές πόλεις του Μεσαίωνα -προφανώς για να έχω μέτρο σύγκρισης και να σταματήσω να γκρινιάζω. Σε ένα ποστ που είχε τίτλο «η προέλευση της νυφικής ανθοδέσμης» κάποιος έγραφε «οι νύφες κουβαλούσαν μπουκέτα λουλούδια κοντά στο σώμα τους για να καλύψουν τη βρόμα των παρευρισκομένων». Ο τίτλος ήταν αρκετός για να συνεχίσω να διαβάσω το ποστ και να μετά να αναζητήσω καμιά δεκαριά παρόμοια άρθρα.  

Ο Μεσαίωνας δεν αναφέρεται τυχαία σε όλες τις μελέτες για την βρόμα στο αστικό περιβάλλον, ήταν η περίοδος που το εμπόριο αναπτύχθηκε αρκετά και οι πληθυσμοί στις πόλεις αυξήθηκαν ραγδαία, δημιουργώντας ευκαιρίες αλλά και μεγάλα προβλήματα. Ένα από τα μεγαλύτερα ήταν η επεξεργασία των ανθρώπινων και ζωικών απορριμμάτων την περίοδο που δεν είχαν ακόμη κατασκευαστεί τα υπόγεια συστήματα αποχέτευσης. Όσο περισσότερος κόσμος συγκεντρωνόταν στις πόλεις, τόσο μεγαλύτερο γινόταν και το πρόβλημα με τα κόπρανα και τα ούρα. Η ιστορικός και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Stavanger, Dolly Jørgensen, αναφέρει ότι σε μια μεσαιωνική πόλη με πληθυσμό 10 χιλιάδων κατοίκων, παράγονταν γύρω στις 900 χιλιάδες λίτρα ανθρώπινων κοπράνων και σχεδόν τρία εκατομμύρια λίτρα ούρων ετησίως – που τα άδειαζαν στο δρόμο ή στα ποτάμια. Αν σε αυτά προσθέσεις τις τεράστιες ποσότητες κοπριάς από τα ζώα που διατηρούσαν στις πόλεις, από χοίρους, αγελάδες και πουλερικά, ακόμα και άλογα, μπορείς να φανταστείς το μέγεθος της μπόχας. Ή, μάλλον, δεν μπορείς.

Οι άνθρωποι της πόλης δεν πλένονταν συχνά και συνήθως δεν είχαν ρούχα να αλλάξουν εκτός από αυτά που φορούσαν. Δεν υπήρχε η έννοια της προσωπικής υγιεινής όπως υπάρχει σήμερα και το καλοκαίρι ο ιδρώτας συσσωρευόταν πάνω τους μαζί με την σκόνη και κάθε είδους εκκρίσεις.

Κι η βρομερή αυτή κατάσταση δεν περιοριζόταν στο μεγάλο μέρος του πληθυσμού που ζούσε σε τρώγλες σε συνθήκες φτώχιας. Ακόμα και στο Παλάτι των Βερσαλλιών την εποχή που ήταν στις δόξες του, δεν υπήρχαν τουαλέτες και μπάνια και πέταγαν τα κόπρανα και τα ούρα απ’ το παράθυρο. Ένα μέρος τους κατέληγε στους περίτεχνους κήπους του παλατιού, οι οποίοι επίσης χρησιμοποιούνταν ως υπαίθρια τουαλέτα κυρίως στα γιορτινά γεύματα, όπου συγκεντρώνονταν εκατοντάδες άτομα που έτρωγαν και έπιναν με τις ώρες (ή και ολόκληρες μέρες). Οι κουζίνες του παλατιού ετοίμαζαν γεύματα για 1500 άτομα χωρίς το παραμικρό μέτρο υγιεινής, ενώ ο λόγος που βλέπουμε σε πίνακες (και ταινίες εποχής) τον κόσμο να αερίζεται με βεντάλιες είναι λόγω της βρόμας που εξέπεμπαν οι ίδιοι ή οι διπλανοί τους. Οι ευγενείς είχαν υπηρέτες που τους ανέμιζαν με τεράστιες βεντάλιες για να διώξουν την αποκρουστική μυρωδιά που εξέπεμπε το σώμα και το στόμα των ανθρώπων γύρω τους, και να τρομάξουν τα έντομα που συνόδευαν κάθε τους κίνηση. Τα εντομοκτόνα και τα εντομοαπωθητικά ανακαλύφθηκαν πολύ αργότερα. Η πιο μεγάλη μπόχα ήταν αυτή που ερχόταν κάτω από τις φούστες (οι οποίες σκόπιμα φτιάχνονταν μακριές και σε στρώματα, για να εμποδίζουν την μυρωδιά των απόκρυφων, αφού το μπάνιο ήταν σπάνιο έως ανύπαρκτο).

Οι περισσότεροι γάμοι το Μεσαίωνα γίνονταν στις αρχές του καλοκαιριού, τον Ιούνιο, κι ο λόγος ήταν απλός: το πρώτο μπάνιο της χρονιάς γινόταν τον Μάιο, έτσι τον Ιούνιο η μυρωδιά των ανθρώπων ήταν ακόμα ανεκτή. Ωστόσο, επειδή κάποιες μυρωδιές είχαν ήδη αρχίσει να ενοχλούν, οι νύφες κουβαλούσαν μπουκέτα λουλούδια κοντά στο σώμα τους για να καλύψουν τη μυρωδιά -ορίστε και η προέλευση της νυφικής ανθοδέσμης.

Τα ετήσια λουτρά (μάξιμουμ δις ετησίως) γίνονταν σε μια μπανιέρα με ζεστό νερό, κοινή για όλους. Ο αρχηγός της οικογένειας είχε το προνόμιο να κάνει πρώτος μπάνιο σε καθαρό και ζεστό νερό. Μετά, στο ίδιο νερό έκαναν μπάνιο κατά σειρά ηλικίας (από τον γηραιότερο στο νεότερο) οι υπόλοιποι άνδρες, μετά πάλι κατά ηλικία οι γυναίκες και τέλος τα παιδιά. Τα μωρά ήταν τα τελευταία που έκαναν μπάνιο. Όταν ερχόταν η σειρά τους το νερό στην μπανιέρα ήταν τόσο βρόμικο και τόσο κρύο που μπορούσε κυριολεκτικά να τα σκοτώσει -από εκεί βγήκε η φράση «πετάω έξω το μωρό με το νερό του μπάνιου».    

Οι στέγες των σπιτιών δεν είχαν ουρανό και τα ξύλινα δοκάρια που τις κρατούσαν ήταν το καλύτερο μέρος για να ζεσταθούν τα ζώα: σκύλοι, γάτες, αρουραίοι, κατσαρίδες, κάθε είδους έντομα. Όταν έβρεχε οι διαρροές νερού ανάγκαζαν τα ζώα να πηδήξουν στο έδαφος, συνήθως πάνω στους ανθρώπους που ζούσαν στο σπίτι, ακόμα και μέσα στην κατσαρόλα με το φαγητό και στα πιάτα.

Όσοι είχαν λεφτά είχαν τσίγκινα πιάτα, τα οποία οξειδώνονταν από κάποιους τύπους τροφίμων, προκαλώντας αρκετούς θανάτους από δηλητηρίαση. Αυτός  ήταν ο λόγος που τρόφιμα όπως οι ντομάτες θεωρούνταν δηλητηριώδη για πολλά χρόνια. Αντιδρούσαν με το μέταλλο και προκαλούσαν θανάτους που ήταν ανεξήγητοι. Οι φτωχοί είχαν πιάτα από πηλό ή ξύλο και πέθαιναν από άλλου είδους δηλητηριάσεις. Πολύς κόσμος χρησιμοποιούσε τα ντενεκεδάκια απ’ τις κονσέρβες για να πίνει ουίσκι ή μπίρα και η ανάμιξη του κασσίτερου με το αλκοολούχο ποτό προκαλούσε ένα είδος ναρκοληψίας. Το άτομο έπεφτε «ξερό» στο πάτωμα και όποιος το έβλεπε θωρούσε ότι είναι νεκρό, οπότε μάζευαν το σώμα και το ετοίμαζαν για την κηδεία. Τοποθετούσαν τον αναίσθητο στο τραπέζι της κουζίνας και περίμεναν ένα 24ωρο για να δουν αν θα ξυπνούσε. Εξ ου και η αγρυπνία δίπλα στους νεκρούς όταν είναι μέσα στο φέρετρο. 

Η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού έφερε συνωστισμό στα νεκροταφεία, οπότε μετά από κάποια χρόνια οι νεκροί έπρεπε να ξεθάβονταν για να υπάρχει χώρος για τα επόμενα πτώματα. Δεν ήταν καθόλου σπάνιο ανοίγοντας ένα φέρετρο να παρατηρούν γρατσουνιές στο εσωτερικό του καπακιού που έδειχναν ότι ο νεκρός είχε θαφτεί ζωντανός. Έτσι, κλείνοντας το φέρετρο, άρχισαν να δένουν ένα σχοινί στον καρπό του νεκρού, το οποίο περνώντας από μια τρύπα στο φέρετρο κατέληγε σε ένα καμπανάκι. Μετά την ταφή κάποιος έμενε να εφημερεύει για λίγες μέρες δίπλα στον τάφο. Εάν το άτομο που ήταν θαμμένο ξυπνούσε, η κίνηση του χεριού του χτυπούσε το καμπανάκι. Και το έσωζε. Από κει βγαίνει και η έκφραση «saved by the bell».

Τι σημαίνει (πραγματικά) «βρόμικη πόλη»;
Η κοπριά ή τα περιττώματα δεν ήταν η μόνη βρομιά που συσσωρευόταν στις μεσαιωνικές πόλεις. Τα απόβλητα των διαφόρων επαγγελμάτων ήταν εξίσου μεγάλο πρόβλημα, ειδικά στη βυρσοδεψεία και την κλωστοϋφαντουργία. Τα χειρότερα ήταν τα σφαγεία. Το περιεχόμενο από τα έντερα και τα στομάχια έπρεπε κάπου να πεταχτούν, το αίμα και τα τομάρια έπρεπε κάπου να ξεπλυθούν, και όπου κι αν γινόταν ήταν επιβαρυντικό για τους περίοικους και ανεπιθύμητο. Ήταν πολλά τα παράπονα για κρεοπώλες σε παλιές γραπτές πηγές στην Αγγλία. Pieter Bruegel the Elder, The Triumph of Death, 1562.

Σε ένα επεισόδιο του ντοκιμαντέρ του BBC TV «Filthy Cities» (2011) οι δρόμοι του Λονδίνου του 1300 περιγράφονται «μέχρι τον αστράγαλο μέσα σε ένα μείγμα από υγρή λάσπη σε αποσύνθεση, σάπια ψάρια, σκουπίδια, εντόσθια και κοπριά ζώων». Οι άνθρωποι έριχναν τους κουβάδες με περιττώματα και ούρα στο δρόμο, συνήθως αδειάζοντάς τους έξω από το παράθυρο.  

Η μεσαιωνική περίοδος στη Νορβηγία ξεκίνησε στα τέλη της Εποχής των Βίκινγκ, που διήρκεσε περίπου από το 1050 έως το 1500. Τότε ιδρύθηκαν οι πρώτες νορβηγικές πόλεις που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Στη Νορβηγία -όπως και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης της εποχής- οι κάτοικοί μαστίζονταν από διφθερίτιδα, ιλαρά, φυματίωση, λέπρα, τύφο, άνθρακα, ευλογιά, σαλμονέλα και άλλες ασθένειες. Θα μπορούσαν επίσης να δηλητηριαστούν από τον μύκητα της ερυσιβώτιδας (Claviceps purpurea), ο οποίος αναπτύχθηκε σε δημητριακά όπως η σίκαλη και προκαλούσε παραισθήσεις –που οι άνθρωποι ερμήνευαν ως «κρίσεις τρέλας». Η χειρότερη από αυτές τις ασθένειες ήταν ο Μαύρος Θάνατος (η πανώλη), ο οποίος άρχισε να καταστρέφει τη Νορβηγία το 1349 και χτύπησε ξανά σε μεταγενέστερες επιδημίες μέχρι το 1600. Η πανώλη σκότωσε πάνω από 100 εκατομμύρια ανθρώπους (πάνω από 200 εκατομμύρια μαζί της Ασία) στα χρόνια που κράτησε η επιδημία. 

Η κοπριά ή τα περιττώματα δεν ήταν η μόνη βρομιά που συσσωρευόταν στις μεσαιωνικές πόλεις. Τα απόβλητα των διαφόρων επαγγελμάτων ήταν εξίσου μεγάλο πρόβλημα, ειδικά στη βυρσοδεψεία και την κλωστοϋφαντουργία. Τα χειρότερα ήταν τα σφαγεία. Το περιεχόμενο από τα έντερα και τα στομάχια έπρεπε κάπου να πεταχτούν, το αίμα και τα τομάρια έπρεπε κάπου να ξεπλυθούν, και όπου κι αν γινόταν ήταν επιβαρυντικό για τους περίοικους και ανεπιθύμητο. Ήταν πολλά τα καταγεγραμμένα παράπονα στην Αγγλία για την αποκρουστική μυρωδιά που προερχόταν από τους κρεοπώλες.

Το 1371 το δημοτικό συμβούλιο του Γιορκ απαγόρευσε στους κρεοπώλες να πετάξουν τα απόβλητα στο ποτάμι κοντά σε ένα μοναστήρι, έτσι άρχισαν να τα πετούν κοντά στους τοίχους και τις πύλες του μοναστηριού. Οι μοναχοί παραπονέθηκαν και πάλι ότι οι κάτοικοι της πόλης και της επαρχίας που πήγαιναν στην εκκλησία τους «σταμάτησαν να πηγαίνουν εξαιτίας της δυσοσμίας και των φρικτών θεαμάτων» και επίσης ανέφεραν ότι «ασθένειες και πολλές άλλες βλάβες» θα προέκυπταν από αυτή τη ρύπανση. Ο Βασιλιάς απαγόρευσε τη ρίψη απορριμμάτων στην περιοχή των μοναχών και οι κρεοπώλες αναγκάστηκαν να ρίχνουν τα υπολείμματα των ζώων σε ένα νεκροταφείο. Τα οστά που ήταν σκορπισμένα παντού προσέλκυαν πεινασμένα σκυλιά και πουλιά και η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη.

Φαίνεται ότι η μόλυνση των ποταμών ήταν πρόβλημα για πολλές μεσαιωνικές πόλεις και οι αρχές προσπάθησαν να την αποτρέψουν. Το 1480 ο Πρόεδρος του Κόβεντρι παραπονέθηκε επειδή οι κάτοικοι της πόλης και των τριγύρω πόλεων έριχναν τα περιττώματα και τα σκουπίδια τους στον ποταμό Σέρμπουρν και αυτό προκαλούσε φοβερή δυσωδία, αλλά και φράξιμο της ροής του νερού από βρομιές, σκατά και πέτρες. 

Κανονισμοί απαιτήθηκαν επίσης στη Νορβηγία. Το 1284 ο βασιλιάς Eirik Magnusson απαγόρευσε στους ανθρώπους να πετούν τα σκουπίδια και τα περιττώματά τους και απόβλητα από τις αποβάθρες στο Μπέργκεν. Η απόρριψη απορριμμάτων απευθείας σε υδάτινα ρεύματα ήταν ένα πρόβλημα, αλλά υπήρχαν επίσης συστήματα τάφρων που έρεαν στα ίδια ποτάμια. Οι τάφροι σκάβονταν για να απομακρύνουν το νερό της βροχής, αλλά αποτελούσαν και ένα δελεαστικό μέρος για να απαλλαγούν οι πολίτες από κάθε είδους άχρηστα.  

Τι σημαίνει (πραγματικά) «βρόμικη πόλη»;
Οι δρόμοι ήταν ένας μεγάλος σκουπιδοτενεκές για όλα τα απορρίμματα. Υπήρχαν κάδοι όπου έριχναν τα εντόσθια των σφαγμένων ζώων και κατέληγαν οι νεκρές γάτες και σκύλοι, αλλά την περίοδο που δεν έβρεχε για να ξεπλύνει λίγο τη βρομιά, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από τα υπολείμματα των κατοίκων της πόλης. Ήταν τόσο αηδιαστικοί που οι άνθρωποι φορούσαν ξυλοπάπουτσα, ξύλινα τσόκαρα που φοριούνταν πάνω από ένα κανονικό παπούτσι για να μην περπατάνε πάνω στα σκουπίδια. Serenade estudiantine (musicians), Bale, περίπου 1500, Αγνώστου καλλιτέχνη.

Στο Κέιμπριτζ του 1393 οι βουλωμένες από σκουπίδια τάφροι ήταν τόσο σοβαρό θέμα («δηλητηρίαζαν τον αέρα») που έπρεπε να βρει λύση ο ίδιος ο Βασιλιάς. Στο Λονδίνο, ανάμεσα στις περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί, είναι και μιας γυναίκας με το όνομα  Άλις Γουέιντ που είχε κατασκευάσει μια ξύλινη ντουλάπα-αποχωρητήριο με ξύλινους σωλήνες που οδηγούσαν τα περιττώματα κατευθείαν στις τάφρους της βροχής. Οι γείτονές της την κατέδωσαν στις αρχές και στη συνέχεια έχτισαν ακριβώς τις ίδιες ντουλάπες που οδηγούσαν τα κακά τους στο χαντάκι δίπλα στο σπίτι τους.

Όσο κι αν ενοχλείται ένας σημερινός άνθρωπος από τις μυρωδιές γύρω του, η βρομιά που έχει να αντιμετωπίσει δεν συγκρίνεται με ενός σπιτιού ή μιας γειτονιάς του 14ου αιώνα. Οι άνθρωποι της πόλης δεν πλένονταν συχνά και συνήθως δεν είχαν ρούχα να αλλάξουν εκτός από αυτά που φορούσαν. Δεν υπήρχε η έννοια της προσωπικής υγιεινής όπως υπάρχει σήμερα και το καλοκαίρι ο ιδρώτας συσσωρευόταν πάνω τους μαζί με την σκόνη και κάθε είδους εκκρίσεις. Το πρωί έπλεναν το πρόσωπο και τα χέρια τους, αλλά δεν έπλεναν τα δόντια και τα υπόλοιπα μέρη του σώματος. Η μόνη πηγή νερού για πλύσιμο ήταν το ποτάμι. Εκεί ξεπλένονταν και οι άνθρωποι που άδειαζαν τις τουαλέτες ή φτυάριζαν και μετέφεραν τις κοπριές των ζώων (οι οποίοι λογικά πλένονταν συχνότερα). Φυσικά το ποτάμι ήταν το σημείο που κατέληγαν όλα τα απορρίμματα, κάθε είδους. Ήταν και ο μόνος τρόπος να μεταφερθούν τα υγρά απόβλητα έξω από την πόλη. Τα ψάρια πέθαιναν από τα πολλά σκουπίδια, αλλά οι άνθρωποι έπιναν νερό από το ποτάμι. Η εικόνα του Τάμεση σε κάποια σημεία του ήταν απελπιστική: ανάμεσα στα εντόσθια και ό,τι δεν μπορούσε να φαγωθεί απ’ τους πάγκους των κρεοπωλείων υπήρχαν πτώματα ανθρώπων και ζώων, αλλά και κόπρανα, -ο Ντικ Γουίτινγκτον έχτισε δημόσιες τουαλέτες πάνω από το ποτάμι, όπου αιωρούμενος σε ξύλινα κουβούκλια μπορούσες να κάνεις την ανάγκη σου απευθείας πάνω στο νερό. Θεωρήθηκε βολικός τρόπος για να απαλλαγούν από τα ανθρώπινα απόβλητα.

Ένα πλεονέκτημα που είχε το Λονδίνο σε σχέση με το Παρίσι ήταν ότι τουλάχιστον ο Τάμεσης ήταν αρκετά παλιρροϊκός, επομένως υπήρχε μια σχετική ροή που ανανέωνε το νερό, ο Σηκουάνας είναι πολύ πιο ήρεμος, ρέει απαλά, που σημαίνει θα ήταν πολύ πιο βρόμικος.

Οι άνθρωποι απέφευγαν το πλύσιμο το χειμώνα. Από τον 10ο μέχρι τον 13ο αιώνα οι χειμώνες ήταν ιδιαίτερα ψυχροί και ποτάμια όπως ο Τάμεσης ήταν παγωμένα για εβδομάδες, οπότε πολύ δύσκολα μπορούσε κάποιος να πλυθεί εκεί, ακόμα και αν λερωνόταν πάρα πολύ. Οι πλουσιότεροι είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν αρώματα (τα οποία τα φορούσαν σε υπερβολικές ποσότητες) για να καλύψουν την μπόχα τη δική τους και του περιβάλλοντος.

Το αποχετευτικό σύστημα ήταν πολύ μικρής έκτασης, αυτό που υπήρχε κυρίως ήταν χαντάκια στις άκρες κάποιων δρόμων που επέτρεπαν στο νερό να καταλήξει στο ποτάμι.

Οι δρόμοι ήταν ένας μεγάλος σκουπιδοτενεκές για όλα τα απορρίμματα. Υπήρχαν κάδοι όπου έριχναν τα εντόσθια των σφαγμένων ζώων και κατέληγαν οι νεκρές γάτες και σκύλοι, αλλά την περίοδο που δεν έβρεχε για να ξεπλύνει λίγο τη βρομιά, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από τα υπολείμματα των κατοίκων της πόλης. Ήταν τόσο αηδιαστικοί που οι άνθρωποι φορούσαν ξυλοπάπουτσα, ξύλινα τσόκαρα που φοριούνταν πάνω από ένα κανονικό παπούτσι για να μην περπατάνε πάνω στα σκουπίδια.

Να θυμίσουμε ότι η Αθήνα δεν συμπεριλαμβάνεται στις μεγάλες πόλεις της εποχής γιατί δεν ήταν ακόμα μεγάλη πόλη. Και στην επαρχία τα πράγματα ήταν σίγουρα πολύ καλύτερα. Ή, έστω, αρκετά καλύτερα.

Anyway, δεν υπάρχει δικαιολογία για την μπόχα της Αθήνας αυτή τη στιγμή, υποτίθεται ότι είμαστε πιο πολιτισμένοι απ’ τον Μεσαίωνα. Το πόσο πιο πολιτισμένοι είμαστε, είναι ένα άλλο ζήτημα...

🟧🟧🟧🟧🟧🟧🟧🟧🟧🟧🟧♦️♦️♦️♦️♦️♦️♦️♦️♦️♦️♦️🔶🔶🔶🔶🔶🔶🔶🔶🔶🔶🔶➕➕➕➕➕➕➕➕➕➕➕

Η καθαριότητα στο Βυζάντιο κ κάποιες περίεργες ιστορίες

Καίτη Βασιλάκου 

(vasilakou.blogspot.com)


Η ατομική καθαριότητα σε παλαιότερες εποχές δεν ήταν τόσο απλή υπόθεση. Η ύδρευση και η αποχέτευση στα σπίτια ήταν ανύπαρκτη τις περισσότερες φορές και οι άνθρωποι είχαν άλλα σοβαρότερα βάσανα να αντιμετωπίσουν από το να προσέχουν σχολαστικά την ατομική υγιεινή τους. Παρ’ όλα αυτά όσοι μπορούσαν φρόντιζαν να είναι καθαροί  και αυτό εξαρτιόταν βασικά από την κοινωνική και την οικονομική τους θέση.

Στην αρχαιότητα το πρόβλημα είχε λυθεί με τα δημόσια λουτρά, ένα χώρο όπου μπορούσαν οι πολίτες να πλένονται με άνεση, εφόσον εκεί υπήρχαν όλες οι απαραίτητες εγκαταστάσεις που δεν υπήρχαν στα σπίτια τους. Οι πολύ πλούσιοι είχαν βέβαια τη δυνατότητα ενός ιδιωτικού λουτρού, αλλά οι υπόλοιποι έπρεπε να πάνε στα δημόσια λουτρά, αν ήθελαν να είναι καθαροί.

Δημόσια λουτρά υπήρχαν στην αρχαία Ελλάδα και μετά στη Ρώμη. Η συνήθεια πέρασε και στο Βυζάντιο κατόπιν.


Υπάρχει η αντίληψη ότι οι βυζαντινοί μας πρόγονοι για λόγους θρησκευτικούς αλλά και πρακτικούς δεν συμπαθούσαν το καθαρό σώμα. Αυτό ισχύει περισσότερο για τη δυτική Ευρώπη και λιγότερο για το Βυζάντιο. Όχι πως δεν κυκλοφορούσαν ρυπαροί οι περισσότεροι, αλλά όσοι είχαν κάποια οικονομική άνεση σύχναζαν στα δημόσια λουτρά, όπου εκτός από το μπάνιο τους έκαναν και πολλά άλλα πράγματα, μερικά από αυτά μάλιστα ήταν και πονηρά.

Σε όλες σχεδόν τις πόλεις της αυτοκρατορίας υπήρχαν δημόσια λουτρά και οι συγγραφείς της εποχής συχνά αναφέρονται σε αυτά. Μερικοί φαίνεται το παράκαναν με την ατομική καθαριότητα,  γιατί βλέπουμε τους ιεράρχες να γκρινιάζουν κάθε τόσο: «συνεχώς και πολλάκις της ημέρας λούεσθαι» μουρμουρίζει ενοχλημένος ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς.  Αλλά πολλάκις της ημέρας πλένονταν και οι κληρικοί και οι μοναχοί. Ο πατριάρχης Σισίνιος Α’ , όταν ήταν επίσκοπος, πήγαινε στα δημόσια λουτρά δυο φορές την ημέρα και, όταν κάποιοι τον ρώτησαν γιατί το κάνει, απάντησε: «Επειδή δεν μπορώ να πάω τρεις φορές».



 Τον 12ο αιώνα πάντως είχε επικρατήσει μια πιο μετριοπαθής άποψη: τρεις φορές την εβδομάδα ήταν καλά, το περισσότερο ήταν δείγμα βλακείας (!). Επίσης, σύμφωνα με τη γνώμη των γιατρών, τον Ιανουάριο έπρεπε να πλένεται κανείς μέχρι τέσσερις φορές, το Μάρτιο μέχρι έξι και τον Απρίλιο μέχρι οχτώ το πολύ. Το Νοέμβριο οι γιατροί απαγόρευαν εντελώς τα λουτρά, αλλά μάλλον κανείς δεν τους έπαιρνε στα σοβαρά.

Οι μοναχοί πλένονταν κι αυτοί, αλλά έπρεπε να προσέχουν να μην κάνουν καταχρήσεις. Μια φορά κάθε τέσσερις μήνες ήταν καλά. Ή έστω μια φορά το μήνα. Ή δύο φορές το μήνα. Ή μια φορά την εβδομάδα. Κάθε μοναστήρι δηλαδή είχε τους δικούς του κανόνες. Εκτός αν ήταν άρρωστοι. Τότε μπορούσαν να πλένονται δυο φορές την εβδομάδα ή και περισσότερο, ανάλογα με το τι θα αποφάσιζαν οι γιατροί.

Γενικά το λουτρό ήταν μια κάπως πονηρή ενασχόληση, εφόσον έπρεπε κανείς να βγάλει τα ρούχα του και να μείνει γυμνός. Γι’ αυτό και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός  παινεύοντας τον Μ. Βασίλειο λέει: «Η αλουσία το εκείνου σεμνολόγημα». (Άπλυτος ο Μ. Βασίλειος; Για φαντάσου!). Ομοίως ο Χρυσόστομος παρότρυνε τις χήρες να απέχουν από τα βαλανεία (έτσι τα έλεγαν τα δημόσια λουτρά), διότι η λουόμενη πολεμεί την άσπιλον και καθαράν Εκκλησίαν. Και ο Άγιος Αθανάσιος συμβουλεύει μια μοναχή: « μόνον το πρόσωπόν σου νίψαι και τας χείρας και τους πόδας».  Ο Θεόδωρος Στουδίτης πιστεύει πάλι ότι η είσοδος στον παράδεισο ετοιμάζεται με εγκράτεια και αποχή από κρεοφαγία, οινοποσία και «λουτρίσματα».

Παρά τη δυσφορία των ιερωμένων ο κόσμος στο Βυζάντιο πήγαινε φαίνεται στα δημόσια λουτρά και πλενόταν, ίσως όχι τόσο από ανάγκη ατομικής υγιεινής, όσο από ανάγκη κοινωνικών σχέσεων και επαφών. Θα το δούμε αυτό καλύτερα παρακάτω.

Τα δημόσια λουτρά χτίζονταν στα κεντρικά σημεία των πόλεων. Εκτός από τον κύριο χώρο για το λουτρό υπήρχαν και πολλά πλάγια διαμερίσματα, τα «απόδυτρα», όπου οι λουόμενοι άφηναν τα ρούχα τους. Υπήρχαν  και τα «αποχωρητήρια» για τις φυσικές ανάγκες των πελατών. Το κτήριο ήταν διώροφο. Στον επάνω όροφο ανέβαιναν μετά το λουτρό για να ξεκουραστούν και να πάρουν και κανένα υπνάκο. Άλλοι έπιναν κανένα ποτό ή το έριχναν και στο φαγητό κανονικά, μια και μετά το μπάνιο ανοίγει πάντα η όρεξη. Αλλά η όρεξη άνοιγε φαίνεται και για άλλα πράγματα, διότι οι λουτράρισσες εκτός από την κανονική δουλειά τους, πρόσφεραν και ερωτικές υπηρεσίες επ’ αμοιβή. Έτσι λοιπόν μια επίσκεψη σε δημόσιο λουτρό περιελάμβανε ποικίλες απολαύσεις και ποιος ήταν τόσο κουτός ή τόσο πιστός, ώστε να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των Αγίων Πατέρων.


Τα μεγάλα δημόσια λουτρά ήταν διακοσμημένα με πολυτελή μάρμαρα, με ψηφιδωτά, με καθρέφτες και με αγάλματα και σε διάφορα σημεία ήταν ζωγραφισμένοι σταυροί, θρησκευτικές εικόνες αλλά και εικόνες από την ελληνική μυθολογία, τοπία, λουλούδια, πουλιά κλπ.  Κατά κανόνα δεν ήταν πολύ φωτεινά, γιατί, αν άνοιγαν τα παράθυρα που δεν είχαν τζάμια, θα έφευγε ο ζεστός αέρας. Ο φωτισμός τους γινόταν λοιπόν με καντήλια.

Οι βυζαντινοί σύχναζαν εκεί τις μεσημεριανές ώρες  και γι’ αυτό, σύμφωνα με τις διαταγές των Αγίων Αποστόλων, οι σεμνές γυναίκες έπρεπε να πηγαίνουν νωρίτερα, όταν τα λουτρά ήταν ακόμα άδεια. Νωρίς έπρεπε να πηγαίνουν και οι όμορφες παρθένες για να αποφεύγουν τα βλέμματα των ενοχλητικών νεαρών. Ομοίως τέτοιες ώρες σύχναζαν στα λουτρά και όσοι έπασχαν από κάποια αρρώστια πχ κήλη και δεν ήθελαν να τους βλέπουν οι άλλοι.

Τώρα προκύπτει ένα πρόβλημα με τα λουτρά τύπου μπαιν μιξτ που λένε. Πώς γίνεται να μπαινοβγαίνουν εκεί μέσα άνδρες και γυναίκες όλοι μαζί παρέα;  Μια λύση ήταν τα δίδυμα λουτρά, δηλαδή δυο ξεχωριστά λουτρά δίπλα-δίπλα σε ένα κτίσμα. Αν όμως δεν υπήρχαν δίδυμα λουτρά, τότε άλλες ώρες και μέρες πήγαιναν εκεί οι γυναίκες και άλλες οι άνδρες. Για τα μπαιν μιξτ θα μιλήσουμε και παρακάτω,

Οι πλούσιοι πήγαιναν εκεί έφιπποι μαζί με τους ακολούθους τους, οι υπόλοιποι πήγαιναν με τα πόδια κρατώντας τα «λουτρικά» τους κι όταν έμπαιναν μέσα, έκαναν το σταυρό τους. Μια αρχόντισσα πήγαινε με συνοδεία και η όλη επιχείρηση είχε κάτι το πομπώδες και μεγαλόπρεπο. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος μάς παραδίδει την περιγραφή μιας τέτοιας πομπώδους τελετής μιας βασιλικής νύφης που σήμερα φαντάζει στα μάτια μας ελαφρώς (ή και βαρέως) γελοία:

Την τρίτη μέρα μετά το γάμο έρχονταν οι αντιπρόσωποι των Πράσινων και των Βένετων, τοποθετούσαν σε τρία σημεία τα μουσικά όργανα που είχαν φέρει και στέκονταν οι μεν απέναντι στους δε.  Ακολουθούσε η πομπική παρέλαση αυτών που κρατούσαν τα λουτρικά, πετσέτες, μυροθήκες, θήκες που περιείχαν τα φορέματα του λουτρού, χρυσοϋφάντινα λέντια (υφάσματα για να καλύπτουν τα γεννητικά όργανα) και τα δοχεία, με τα οποία αντλούσαν το νερό για να λούσουν τη νεόνυμφη.  Όλα αυτά τα συνόδευαν μέχρι το λουτρό κιθαριστές, χορευτές και τραγουδιστές που τραγουδούσαν τα λεγόμενα «θυμελικά» τραγούδια. Ακολουθούσαν επίσης  και οι ύπατοι που, αφού έφταναν στα λουτρά, ξαναγύριζαν πίσω και περίμεναν τη βασιλική νύφη σε ένα σημείο της διαδρομής.

Η νύφη έβγαινε κάποια στιγμή από το βασιλικό κοιτώνα και τότε οι Πράσινοι και οι Βένετοι άρχιζαν να παίζουν τα μουσικά όργανα που είχαν κουβαλήσει και να της τραγουδούν διάφορες επευφημίες. Τη νύφη την ακολουθούσαν οι αρχόντισσες και οι πατρίκιοι και λίγο πιο κάτω την παραλάμβαναν οι ύπατοι. Τέλος πάντων έφτανε κάποια στιγμή στο λουτρό, πλενόταν και μετά  μπανιαρισμένη και καθαρή γύριζε πίσω με τη συνοδεία και τις επευφημίες όλων αυτών που αναφέραμε πιο πάνω και έμπαινε πάλι, μόνη της πια, στο νυφικό κοιτώνα δια τα περαιτέρω. Σε όλη την πορεία δεξιά και αριστερά της βάδιζαν δυο γυναίκες της Αυλής και από πίσω ερχόταν η «παρακαθίστρια». Μαζί και οι τρεις αυτές κρατούσαν «πορφυρούν ροδιώνα διάλιθον» ( ίσως κάποιο ύφασμα ρόδινο ή ίσως κάποιο πολύτιμο χρυσό μήλο ή ρόδι). Και όλη αυτή η φασαρία γινόταν για να πλυθεί η βασιλική νύφη. Λατρεία με τις τελετές που είχαν εκείνοι οι άνθρωποι. Αλλά τότε βλέπετε δεν είχαν τηλεόραση για να απασχολείται με άλλα show ο κόσμος.


Τα λουτρικά ήταν μέρος της προίκας της βυζαντινής, τα οποία μάλιστα μνημονεύονται συχνά στα προικοσύμφωνα. Οι παντρεμένες πάλι διαβάζουμε ότι παραπονιούνται καμιά φορά στους άνδρες τους, όταν δεν φρόντιζαν να τους αγοράσουν τα λουτρικά τους. Στα λουτρικά  περιλαμβάνονται  τα απαραίτητα σκεύη και υφάσματα για το λουτρό, δηλαδή ο κάδος, οι λεκάνες, το σαββανολουτρικόν, τα λέντια , τα προσόψια και το λουτήριον, λινό ύφασμα με το οποίο σκούπιζαν το σώμα τους. Επίσης η μυροθήκη και διάφορα μπουκαλάκια με έλαια.

Όταν λοιπόν έμπαινε ο βυζαντινός στο κτήριο και έκανε μάλιστα και το σταυρό του (όπως περίπου έκαναν πριν μερικές δεκαετίες το σταυρό τους όσοι έμπαιναν στη θάλασσα, το θυμάται κανείς αυτό;), πήγαινε στο απόδυτρον και γδυνόταν. Τα ρούχα του τα άφηνε στον «καψάριο» που ήταν υπεύθυνος για τη φύλαξή τους. Γίνονταν φαίνεται συχνά κλοπές εκεί μέσα, γι’ αυτό τον καψάριο τον περίμενε αυστηρή τιμωρία σε τέτοιες περιπτώσεις.

Μετά έμπαινε γυμνός στον κύριο χώρο του λουτρού που αποτελούνταν από τρία μέρη, το «ψυχρόν», το «χλιαροψύχριον» και το «θερμόν». (Η φράση «έμεινε στα κρύα του λουτρού» προέρχεται από εδώ, με τη σημασία του ότι κάποιος έμεινε στο «ψυχρόν» και για κάποιο λόγο δεν προχώρησε πιο μέσα για να κάνει το μπάνιο του).Το «θερμόν» ήταν ζεστός και ευχάριστος χώρος, μερικές φορές όμως ήταν και αποπνικτικός με πολλή ζέστη και πολλές αναθυμιάσεις. Εκεί ο πελάτης, πριν αρχίσει να ιδρώνει, αλειφόταν πρώτα με λάδι ή αρωματικό κρασί ή άλλες αρωματικές ουσίες για να προφυλάξει το δέρμα του και να αποφύγει τα εξανθήματα. Μερικοί αλείφονταν και με κάτι ειδικά φάρμακα για αποτρίχωση.

Αυτό με την αποτρίχωση όμως εθεωρείτο μάλλον πρόστυχη συνήθεια . Αν μάλιστα το έκαναν και μοναχοί και τους έπαιρναν είδηση, τότε έπρεπε να αρχίσουν τις μετάνοιες και έτρωγαν και έναν εβδομαδιαίο αφορισμό. Τώρα τι ακριβώς αποτρίχωναν οι άνδρες, δεν ξέρω. Πάντως η σημερινή μόδα που βάζει τους άνδρες να αποτριχώνονται για να δείχνουν πιο ωραίοι (;) είναι, όπως βλέπουμε πολύ παλιά τελικά.

Μετά τις αλοιφές άρχιζε η εφίδρωση. Τότε ένας υπάλληλος ή δούλος που υπηρετούσε στο λουτρό έπαιρνε το «τρίπτρον»  και άρχιζε να τρίβει τον πελάτη για να φύγει ο ρύπος. Το τρίπτρον ήταν από ύφασμα ή από σπάρτο (στον Πόντο το έλεγαν αλειφτήριν και (ει)λήφη. Η λέξη έχει διασωθεί μέχρι τις μέρες μας). Μετά τον σαπούνιζαν με πολλή σαπουνάδα και τον ξέπλεναν με άφθονο νερό.


Ο Χρυσόστομος  θεωρούσε ευπρεπές πάντως να πλένεται ο καθένας μόνος του. Δίκιο είχε, αν αναλογιστούμε τι παρενέργειες μπορεί να προκληθούν, όταν κάθεται κανείς γυμνός μέσα στο ζεστό νερό και κάποιος άλλος  τον πασπατεύει.

Μετά το ξέπλυμα ο πελάτης ερχόταν στο «ψυχρόν», ένα χώρο όπου έκανε το ντους του και μετά σκουπιζόταν. Ακολουθούσε η επάλειψη με τα μύρα και το ντύσιμο. Έπειτα ανέβαινε στον πάνω όροφο για να «αναπαυθεί». Έτσι  έλεγαν τις απολαύσεις που ακολουθούσαν. Αλλά, εδώ που τα λέμε, έπρεπε να μείνει προφυλαγμένος για ένα διάστημα μετά το ζεστό μπάνιο, αλλιώς, αν έβγαινε αμέσως έξω στο κρύο, θα άρπαζε καμιά πούντα.

Ας αναφέρουμε πάλι τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο που μας μιλά για ένα περίεργο βασιλικό λούσμα με αγιασμένο νερό που ως αγιασμένο όχι μόνο διώχνει το σωματικό ρύπο, αλλά επαναφέρει ως φαίνεται σε άσπιλη αγνότητα και την αυτοκρατορική ψυχή.

Και πάλι έχουμε εδώ ολόκληρη τελετή, όπου ο αυτοκράτορας μαζί με τους γιους του και την ακολουθία του ανεβαίνει σε πλοίο, αποβιβάζεται μπροστά στην πύλη του τείχους των Βλαχερνών, όπου τον περιμένουν οι συγκλητικοί με τις επίσημες στολές τους, ανεβαίνουν όλοι σε άλογα, ενώ ακολουθεί τμήμα της βασιλικής φρουράς και φτάνουν στην εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών. Μπαίνουν μέσα, ανάβουν κεριά στις εικόνες παντού, μετά βγαίνουν και πάνε στα λουτρά. Ο αυτοκράτορας και οι γιοι του γδύνονται στο αποδυτό (άλλη ονομασία για το αποδυτήριο), φορούν ένα χρυσό περίζωμα, το λέντιο, και μπαίνουν στο άγιο λούσμα, όπου ανάβουν κεριά. Μετά βουτάνε στο νερό, το οποίο προηγουμένως ο «πρωτοεμβατάριος» το έχει αγιάσει με το σταυρό τρεις φορές επαναλαμβάνοντας μια ειδική ευχή. Όση ώρα διαβάζεται η ευχή οι κατώτεροι υπάλληλοι παίρνουν ως φιλοδώρημα από ένα νόμισμα που τους δίνει ο αυτοκράτορας αυτοπροσώπως. Μετά το λουτρό ο αυτοκράτορας φορά τα χρυσοΰφαντα ρούχα του και πάει κι αυτός στον πάνω όροφο να αναπαυθεί μετά από τόση κούραση.

Σ’ αυτό τον πάνω όροφο, όπως αναφέραμε προηγουμένως, μπορούσε κανείς και να κοιμηθεί για λίγο. Γι’ αυτό υπήρχαν  ανάκλιντρα με βαμβακερά στρώματα και μαλακά μαξιλάρια.

Τα δημόσια λουτρά δεν ήταν όμως μόνο ένας χώρος ατομικής καθαριότητας. Ήταν και τόπος επίδειξης. Οι πλούσιοι έφερναν μαζί τους τα μεταξωτά σεντόνια τους, δηλαδή οι δούλοι τους τα έφερναν, και τα άπλωναν επιδεικτικά πάνω στα ανάκλιντρα για να τα βλέπουν οι άλλοι. Οι πλούσιες κυρίες περιέφεραν εκεί τα κοσμήματά τους και τα χρυσά λουτρικά σκεύη τους.

Εκτός από τον υπνάκο που έπαιρναν εκεί στον πάνω όροφο, οι πελάτες μπορούσαν να πιουν τα ποτά τους και να φάνε. Και τελικά να ξεφαντώσουν. Λέει ο Λιβάνιος: «χορούς τε ένδον (των λουτρών) ιστάναι και ένια των επί σκηνής άδεσθαι». Με άλλα λόγια τραγουδούσαν κι έστηναν χορούς.  Μπορούμε να φανταστούμε και τα υπόλοιπα με τις λουτράρισσες που είπαμε πιο πάνω.

Εννοείται ότι το κουτσομπολιό έπεφτε σύννεφο. Ο Λιβάνιος πάλι αναφέρει τις φλύαρες κυρίες που σχολιάζουν τις  άλλες κυρίες που είδαν γυμνές στο λουτρό: ποια ήρθε, ποια δεν ήρθε, ποια ήρθε χωρίς συνοδεία, ποια με συνοδεία, ποια είχε σωματικό ελάττωμα, ποια ήταν βρώμικη, ποια ρυτιδιασμένη, ποια μακιγιαρισμένη, ποια σαπουνίστηκε, ποια έχασε το σανδάλι της, ποια αναποδογύρισε τον κάδο της λουτράρισσας, ποια έδωσε μεγάλο φιλοδώρημα, ποια μικρό και ποια καθόλου.


Στα περισσότερα δημόσια λουτρά ο κόσμος πλενόταν δωρεάν. Σε άλλα κατέβαλλε ένα μικρό σχετικά ποσό. Κάποιοι αρνούνταν να πληρώσουν και ακολουθούσαν οι σχετικοί καυγάδες. Τη διεύθυνση την είχε ο βαλανεύς και η βαλανεύτρια (αν υπήρχαν χωριστά  γυναικεία λουτρά). Επρόκειτο για άτομα μάλλον ανυπόληπτα. Το δε υπόλοιπο προσωπικό αποτελούνταν από άτομα της κατωτάτης υποστάθμης, δουλικά συνήθως.

Οι χριστιανοί απαγορευόταν να πλένονται μαζί  με αλλόθρησκους και μάλιστα εβραίους.  Σύμφωνα με τον ΙΑ’  κανόνα της έκτης Οικουμενικής Συνόδου κανείς δεν έπρεπε να συλλούεται με Ιουδαίους στα δημόσια λουτρά κι αν κάποιος το επιχειρούσε, αν μεν ήταν κληρικός, τον περίμενε η καθαίρεση, αν ήταν λαϊκός, τον περίμενε ένας ξεγυρισμένος αφορισμός.

Οι μικροί συνοικισμοί και τα νησιά δεν διέθεταν την πολυτέλεια των δημόσιων λουτρών. Ο Μιχαήλ Χωνιάτης σε ένα ποίημά του τονίζει την αλουσία των κατοίκων της Κέας. Το ίδιο πρέπει να υποθέσουμε ότι συνέβαινε σε όλους τους μικρούς οικισμούς της επικράτειας, όπου οι άνθρωποι δεν είχαν και πολύ φανατισμό με την ατομική υγιεινή τους. Είχε εξάλλου άλλα βάσανα ο κόσμος σε εκείνα τα μέρη.

Ας επανέλθουμε λίγο στα λουτρά τύπου μπαιν μιξτ. Φαίνεται ότι στους πρώτους αιώνες οι χριστιανοί ακολουθώντας τις συνήθειες των ρωμαίων πλένονταν όλοι μαζί παρέα, γυναίκες και άνδρες, και έχουμε μαρτυρίες γι’ αυτό. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς γράφει ότι τα βαλανεία είναι ανοιχτά για άνδρες και γυναίκες που «αποδύονται επί την ακρασίαν». Και αλλού: όσοι θέλουν να δουν γυμνές τις γυναίκες των άλλων που (όλο τον υπόλοιπο καιρό) είναι κατάκλειστες στα σπίτια τους, τις βλέπουν στα βαλανεία όπου γδύνονται, χωρίς να ντρέπονται, λες και βρίσκονται σε καπηλειά. Ο δε Χρυσόστομος  δεν ήθελε να πλένονται με γυναίκες ούτε τα μικρά αγόρια και σ’ αυτό δεν είχε και άδικο, μολονότι ακόμα κανείς δεν υποπτευόταν τη θεωρία του Φρόιντ περί το Οιδιπόδειο. 

Άλλες πάλι, πιο σεμνότυφες αυτές,  μπορεί να μην πλένονταν παρέα με άνδρες,  έβαζαν όμως τους υπηρέτες τους να τις γδύνουν και να τις τρίβουν. Τι ωραίες εποχές αλήθεια...

Το 320 μΧ στη σύνοδο της Λαοδίκειας ο 30ός κανόνας όριζε ότι δεν επιτρέπεται σε ιερωμένους, κληρικούς ή ασκητές να πλένονται στα βαλανεία μαζί με γυναίκες.  Ούτε και σε χριστιανούς λαϊκούς επιτρεπόταν αυτό. Με άλλα λόγια δηλαδή...απλώς φανταστείτε τι γινόταν εκεί μέσα στα λουτρά με γυμνές γυναίκες και γυμνούς ιερωμένους.

Έναν αιώνα αργότερα τίποτε δεν είχε φαίνεται αλλάξει, καθώς ο Άγιος Νείλος γράφει: «Το λούεσθαι άνδρας μετά γυναικών ουδαμώς επέτρεψαν οι του Χριστού φοιτηταί, αλλά και απέτρεψαν και εβδελύξαντο και απηγορεύκασιν ως ανάρμοστον και ασύμφορον υπάρχον Χριστιανοίς και αποβεβλήκασι και απέπτυσαν».

Ο Ευάγριος στην Εκκλησιαστική ιστορία του αναφέρεται στην απάθεια των μοναχών της  Παλαιστίνης, οι οποίοι «και βαλανείοις συχνοίς ομιλούσι τα πολλά, γυναιξί συναυλιζόμενοι και συλλουόμενοι». Τι να συζητούσαν άραγε οι συναυλιζόμενοι και συλλουόμενοι μοναχοί με τις συλλουόμενες και συναυλιζόμενες κυρίες; Έχω μεγάλη απορία.

Στις Διαταγές των Αγίων Αποστόλων διαβάζουμε ότι μια γυναίκα πιστή δεν πρέπει να πλένεται μαζί με άνδρες, γιατί πώς γίνεται να κρύβει το πρόσωπό της με συστολή για να μην την βλέπουν οι ξένοι άνδρες και μετά να πηγαίνει και να πλένεται μαζί τους γυμνή στα λουτρά; Έλα ντε...

Μέχρι το τέλος του 7ου αιώνα αυτή η κακή συνήθεια των μπαιν μιξτ υφίστατο, αλλιώς η εν Τρούλλω Οικουμενική σύνοδος δεν θα χρειαζόταν να επαναλάβει τους αφορισμούς και τις καθαιρέσεις των κληρικών για το σχετικό θέμα. Από τον 7ο αιώνα και μετά η συνήθεια αυτή επιτέλους σταματά, διότι επενέβη και η Πολιτεία που την απαγόρευσε με νόμο. Στα δημόσια λουτρά μπορούσαν πάντως να μπανιαριστούν μαζί τα ανδρόγυνα με τον ισχυρισμό ότι είναι σάρκα μία και δεν υπάρχει τίποτε το άσεμνο σε αυτό που κάνουν.


Το λουτρό όμως είναι και τόπος δολοφονιών. Ο Χίτσκοκ στο «Ψυχώ» δεν κατέβασε από το μυαλό του την τρομαχτική σκηνή της δολοφονίας στο μπάνιο. Είχαν προηγηθεί πολλές πραγματικές δολοφονίες λουτρού και μεταξύ αυτών και εκείνες που γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τη βυζαντινή εποχή.

Ο Μ. Κωνσταντίνος δολοφόνησε τη γυναίκα του Φαύστα στο μπάνιο της. Ο εγγονός του Ηρακλείου Κώνστανς δολοφονήθηκε στη Σικελία, ενώ βρισκόταν στο λουτρό του. Ο Ρωμανός Αργυρός πνίγηκε στο λουτρό του από τους συνωμότες του Μιχαήλ Παφλαγόνα. Ο Αλέξιος Γ’ ο Μούρτζουφλος τυφλώθηκε στο λουτρό του μετά από διαταγή του πεθερού του. Αν και έχουμε ελάχιστες μαρτυρίες, πρέπει να υποθέσουμε ότι δολοφονίες και απλών ανθρώπων θα συνέβαιναν στα δημόσια λουτρά.

Τέλος δεν πρέπει να παραλείψουμε και την εικόνα των δημόσιων λουτρών απέξω, όταν ήταν χειμώνας κι έκανε παγωνιά. Οι φτωχοί και οι άστεγοι πήγαιναν και ξάπλωναν μισόγυμνοι στην είσοδο και ζητιάνευαν από τον κόσμο που μπαινόβγαινε εκεί μέσα. Οι λουτράρηδες τους έδιωχναν κακήν κακώς, αλλά εκείνοι ξαναγύριζαν.



Και επειδή βρισκόμαστε στο μεσαίωνα, όπου οι προλήψεις είναι φουντωμένες στο έπακρο, να πούμε τελειώνοντας ότι  οι βυζαντινοί πίστευαν πως στα λουτρά μένουν φαντάσματα. Ο Γρηγόριος Νύσσης μιλά για ένα λουτρό όπου τη νύχτα μέσα στο σκοτάδι εμφανίζονται φαντάσματα μέσα σε καπνούς και φωτιές που βγαίνουν από το πάτωμα που ανοίγει στα δυο. Στο συναξάριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε ότι στα δημόσια λουτρά της Εφέσου κατοικούσε ένας άγριος δαίμονας που τρεις φορές το χρόνο έπνιγε ένα νέο ή μια νέα, επειδή, όταν χτιζόταν το λουτρό, στοιχειώθηκε με το θάψιμο ενός νέου και μια νέας. Ο Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει ένα μάγο με το όνομα Σικιδίτης που μπορούσε να βγάζει από τον κρουνό του λουτρού άνδρες πιο μαύρους κι από την πίσσα.

Υποπτεύομαι ότι όλα αυτά τα έλεγαν οι άγιοι εκείνοι άνθρωποι με την ελπίδα να αποθαρρύνουν τους συγχρόνους τους που ήθελαν συνέχεια να μπαινοβγαίνουν στα δημόσια λουτρά.  Από την άλλη, ένας χώρος που δεν έχει φως, που φωτίζεται με καντήλια και που είναι θολός από τους υδρατμούς είναι ό,τι πρέπει για να εγκατασταθούν εκεί τα στοιχειά και τα φαντάσματα.

Όπως και να’ χει, οι βυζαντινοί μας πρόγονοι αγαπούσαν τα λουτρά και όλα τα παρεπόμενα στον επάνω όροφο. Όταν αργότερα ήρθαν οι Οθωμανοί, βρήκαν τη συνήθεια αυτή πολύ ευχάριστη και την υιοθέτησαν.

Εμείς σήμερα ας βολευτούμε στη μπανιέρα του σπιτιού μας. Μόνο που δεν έχουμε δυστυχώς και κανέναν υπηρέτη να μας τρίβει την πλάτη...

(Πηγή: Φαιδ. Κουκουλέ «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός»,  τόμος Δ’ ).
💧💧💧💧💧💧💧💧💧💧💧💧
🟪🟪🟪🟪🟪🟪🟪🟪🟪🟪🟪🟪
Ευγενή κ δημοσιευσιμα σχόλια MONON στο 
alexis.oikonomou@gmail.com






Comments

Popular posts from this blog

Ο ΣΤΟΛΤΕΝΜΠΕΡΓΚ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΕΙ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΥΤΙΝ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ-ΝΑ ΤΗ Η "ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ"...

"Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ Κ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ WOKE"-ΠΩΣ ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΤΡΩΕΙ ΥΠΟΥΛΑ ΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ ΤΗΣ ΥΠΝΩΤΟΥΣΣΑΣ ΕΥΡΩΠΗΣ...

"ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ" ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΗ ΣΚΕΡΤΣΟ...