ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ...
![]() |
Μήπως ο συγγραφέας απλά αντέγραψε,προσθέτοντας πολλή φύση...
..την "Κάθοδο των Εννέα"...
..και την "Ορθοκωστα" του Θανάση Βαλτινού;
Να η παρουσίαση του βιβλιου-αξιζει να διαβαστεί κ μια άλλη σκοπιά στο ίδιο θέμα...
Κοιτάζοντας ξανά τον Εμφύλιο
Ηδεκαετία 1940-1950 και η τραγική της απόληξη, ο εμφύλιος πόλεμος, είναι γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα ως θεματική πηγή ή ως φόντο στη νεότερη εγχώρια πεζογραφία και μάλιστα μέχρι κορεσμού μεταπολιτευτικά. Βέβαια αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Η λογοτεχνία και άλλων χωρών που βίωσαν το εμφυλιακό τραύμα, όπως η Ισπανία, επανέρχεται συχνά σ’ αυτό το γεγονός.
Η επιστροφή αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκη κακή, ανιαρή πλέον ή εμμονική. Το ζήτημα είναι τι είδους μυθοπλαστική ανασύσταση του συγκεκριμένου παρελθόντος επιχειρείται και εάν εμπεριέχεται σ’ αυτήν ο αναστοχασμός των συμβάντων και των διακυβευμάτων της εποχής και των επιπτώσεών τους στην ιστορική συγχρονία και διαχρονία.
Μια τέτοια μυθοπλαστική ανασύσταση επιχειρεί ο Μάκης Καραγιάννης με το μυθιστόρημά του «Η σκόνη του κόσμου όταν γκρεμίζεται», στο οποίο ο ελληνικός εμφύλιος βρίσκεται όχι μόνο στον πυρήνα του, αλλά και σε όλους τους αφηγηματικούς αρμούς και σε όλες τις διακλαδώσεις του. Μια ομάδα μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού, με καπετάνιο τον Μάρκο Ζάβαλη, έναν κομμουνιστή δάσκαλο, προς το τέλος του πολέμου στέλνεται στα μετόπισθεν του μετώπου, στις περιοχές της Μακεδονίας, κοντά στους τόπους καταγωγής των περισσοτέρων.
Η αφήγηση παρακολουθεί τη διαρκή μετακίνηση και την περιπλάνηση της ομάδας στην προσπάθειά της να φτάσει και να εγκατασταθεί στον προορισμό της. Η πορεία των μαχητών, παρ’ όλο που γίνεται στην οργιαστική και εντυπωσιακά αποτυπωμένη από τον συγγραφέα φύση, δεν είναι καθόλου ειδυλλιακή.
Δύσβατα μονοπάτια, συχνά δύσκολες καιρικές συνθήκες, άγρια ζώα στο κατόπι τους, συγκρούσεις με αποσπάσματα του εθνικού στρατού και, κυρίως, τοπία με σπαρμένα πτώματα· πτώματα πολλά και σώματα ακρωτηριασμένα και απόλυτα εκμηδενισμένα. Η αφήγηση παρακολουθεί και περιγράφει ταυτόχρονα τις σχέσεις στο εσωτερικό της ομάδας και αναδεικνύει τις υπόκωφες διαφωνίες ή και τις ανοιχτές φυγόκεντρες συμπεριφορές που εκδηλώνονται λόγω της διαφαινόμενης πολλαπλής ήττας και φτάνουν μέχρι τη λιποταξία και την προδοσία ακόμα.
Περιγράφει και διάφορες πρακτικές της, όπως τις βίαιες και τραυματικές στρατολογήσεις εφήβων και τα λεγόμενα λαϊκά στρατοδικεία και τις εκτελέσεις εύκολα θεωρούμενων «ενόχων». Αντιστικτικά η αφήγηση συμπεριλαμβάνει και πολλές περιπτώσεις δολοφονικής βίας από την πλευρά του δεξιού παρακράτους που αιτιολογούν την ένταξη πολλών μαχητών στον λαϊκό δημοκρατικό στρατό. Σ’ αυτό το δυστοπικό πλαίσιο, ο συγγραφέας τοποθετεί και σκιαγραφεί τους χαρακτήρες των μαχητών της ομάδας και τους τρόπους με τους οποίους ο καθένας προσλαμβάνει την τραγική αυτή στιγμή της πολιτικοϊδεολογικής και της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξής τους.
Κυρίως όμως εστιάζει στον χαρακτήρα του καπετάνιου, στον οποίο εντοπίζει και αναδεικνύει έντονα την αντίφαση ανάμεσα στην πίστη του σε έναν εφικτό κόσμο ελευθερίας και στον φανατισμό του και στις βιαιότητες που προκύπτουν από αυτήν. Η εξιστόρηση, στον απόηχο της γενικής εμφύλιας σύγκρουσης που φτάνει, στρατιωτικά και πολιτικά, στο τέλος της, ανελίσσεται παράλληλα και τελειώνει με τη διάλυση της αντάρτικης ομάδας από τον εθνικό στρατό και τον θάνατο, με προδοσία, του καπετάνιου και την τραγική κατάληξη της δικής του, κυριολεκτικά αδελφοκτόνου, σύγκρουσης με τον αδελφό του που ήταν στο άλλο στρατόπεδο.
Ο Καραγιάννης κατορθώνει να συγκροτήσει μια στιβαρή μυθοπλαστική εξιστόρηση με αφηγηματική οικονομία και με ικανοποιητική απόδοση του πολεμικού και πολιτικοϊδεολογικού κλίματος του εμφυλίου. Η οπτική του, βέβαια, δεν είναι καθόλου ηρωική και δοξαστική, αλλά έκδηλα κριτική.
Αλλωστε η στιγμή του μυθιστορήματος είναι η στιγμή της ήττας και της κατάρρευσης των όποιων οραματικών προσδοκιών. Η αφήγηση, αν και χρησιμοποιεί και πιο μοντέρνους τρόπους, εκφέρεται κυρίως από τη σκοπιά του πιο νεαρού μέλους της ομάδας, ο οποίος εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό λόγω των σοσιαλιστικών του ιδανικών, αλλά όσα βιώνει τον οδηγούν στην αμφιβολία. Οι φοβισμένες ακριτομυθίες μεταξύ των μαχητών, ακόμα και για τα περιβόητα τραγικά γεγονότα της 7ης μεραρχίας του ΔΣΕ, επιτείνουν το γενικό αίσθημα της ματαιότητας και του πολλαπλά χαμένου αγώνα. Ο ίδιος ο καπετάνιος οδηγείται σχεδόν στο παραλήρημα και φαίνεται, μπροστά στο φάσμα της διάψευσης, να επιζητεί και τη δική του προσωπική ήττα με τον θάνατό του.
Το μυθιστόρημα μοιάζει αλλά και διαφέρει από άλλα εμβληματικά εμφυλιακά πεζογραφικά έργα. Περιγράφει πειστικά πολλά από τα συμβάντα της μυθοπλαστικής του ανέλιξης, όπως τις συνεχείς πορείες και περιπλανήσεις, που δεν είναι βέβαια συμβολικές αλλά πραγματικές, αφού αυτός ήταν ο τρόπος του εγχώριου εμφυλίου πολέμου πέρα από τον Γράμμο και το Βίτσι.
Ενδιαφέρουσα είναι η αποτύπωση της θέσης των γυναικών της ομάδας, μεταξύ της ισοτιμίας και αλλά και του παραδοσιακού τους ρόλου. Ηχούν όμως λίγο παράταιρα οι πολλές ποιητικίζουσες και με συχνές παρομοιώσεις περιγραφές της φύσης και οι συχνά πεποιημένοι λόγοι των ηρώων της αφήγησης, κυρίως του καπετάνιου.
Εν τέλει όμως, το μυθιστόρημα αποδίδει αφηγηματικά και στοχαστικά την ήττα ενός οράματος και των ανθρώπων που στρατεύτηκαν σ’ αυτό μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ιχνηλατώντας και την ίδια την ουσία του οράματος αλλά και τη φύση των ανθρώπων.
.webp)

%20(1).jpg)
Comments
Post a Comment